storylife
μια ερευνητική ματιά στον κόσμο της ψυχοπνευματικής πραγματικότητας
Ο ορισμός της αμαρτίας και των ψυχικών παθών ως ασθενειών βασιζόταν σε μια αντίληψη για το τι είναι φυσικό και τι αντίθετο με τη φύση. Τα πάθη συνήθως ορίζονταν ως καταστάσεις που αντιβαίνουν στη φύση της ψυχής και αποτελούν παρεκτροπές, δυσλειτουργίες ή ασθένειες. Για παράδειγμα, ο Ευάγριος έλεγε ότι η ύπαρξη των αναμνήσεων ήταν κάτι το φυσικό, αλλά η σύνδεσή τους με πάθη, όπως η οξυθυμία και η επιθυμία, ήταν κάτι αφύσικο.1
Αντίστοιχα, η φυσική κατάσταση της ψυχής ταυτιζόταν με την απάθεια, η οποία περιγραφόταν συχνά ως μια κατάσταση ηρεμίας και νηφαλιότητας, μιας εσωτερικής αρμονίας που ισοδυναμούσε με την υγεία.2 Το ερώτημα είναι βέβαια, με ποια ακριβώς λογική το πάθος αντιμετωπιζόταν ως ασθένεια και η απάθεια ως υγεία της ψυχής.
Προκειμένου να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα ο Μ. Βασίλειος χρησιμοποίησε έναν ιατρικό ορισμό της υγείας: υγεία είναι ἡ εὐστάθεια τῶν >κατὰ φύσιν ἐνεργειῶν. Ο ορισμός αυτός ισχύει εξίσου για το σώμα και την ψυχή και δηλώνει ότι η υγεία και η ασθένεια ορίζονται από το κατά πόσο οι διαφορετικές λειτουργίες του σώματος και της ψυχής ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που τους δόθηκαν από τη φύση.
Κατά τον Μ. Βασίλειο, η εφαρμογή αυτού του ορισμού στο επίπεδο της ψυχής οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι υγεία της ψυχής είναι η αρετή.3 Ο όρος κλειδί βέβαια στον παραπάνω ορισμό είναι το κατὰ φύσιν και θα πρέπει να εξετάσουμε πώς οριζόταν αυτό. Ο προβληματισμός για τη φυσικότητα ή μη των παθών σχετίζεται με έναν ευρύτερο >
προβληματισμό σχετικά με την προέλευση του κακού. Για τον Ευάγριο, όπως και για τους περισσότερους χριστιανούς πατέρες, το κακό, και εν προκειμένω τα πάθη, δεν ήταν δυνατό να προέρχονται από τον Θεό, ούτε να αποτελούν γέννημα της ανθρώπινης φύσης, η οποία δημιουργήθηκε από τον Θεό.
Ο Ευάγριος ερμήνευε την ύπαρξη των παθών ως αποτέλεσμα της δράσης των δαιμόνων και της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου,1 δηλαδή των δύο παραγόντων στους οποίους παραδοσιακά αποδιδόταν η πτώση από τον παράδεισο. Αντίστοιχα, για τον Μ. Βασίλειο, κατὰ φύσιν ήταν η κατάσταση στην οποία έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωση στη διττή του υπόσταση, δηλαδή η αρχική και ιδεατή κατάσταση του σώματος και της ψυχής, που ταυτιζόταν με την απόλυτη υγεία.
Η ασθένεια εισήχθη στη ζωή του ανθρώπου μαζί με την αμαρτία ως συνέπεια της απομάκρυνσής του από το κατὰ φύσιν και ως αποτέλεσμα μιας θεμελιώδους μετάλλαξης της ανθρώπινης φύσης, η οποία προκλήθηκε με την πτώση από τον παράδεισο. 2 Τον ίδιο ορισμό της ανθρώπινης φύσης μπορούμε να βρούμε και σε άλλα ασκητικά κείμενα.3 Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η φυσιολογική λειτουργία του σώματος και της ψυχής, στην απόλυτη μορφή της, φαίνεται πως γινόταν κατανοητή με όρους μεταφυσικούς.
Ο Μ. Βασίλειος δεχόταν μεν έναν ιατρικό ορισμό της υγείας, όμως εφάρμοζε τον ορισμό αυτό πάνω στα δεδομένα της χριστιανικής θεολογίας. Και είναι αλήθεια ότι το περιεχόμενο του ιατρικού ορισμού μεταβάλλεται ριζικά, ανάλογα με το πώς ορίζει κανείς την έννοια της φύσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούμε να αγνοήσουμε τον ορισμό της υγείας που δίνει ο Μ. Βασίλειος και ο Ευάγριος. Ούτως ή άλλως, η απάντηση στο ερώτημα τι είναι φυσιολογικό είναι πάντοτε θέμα ιδεολογίας, όσο και η απάντηση στο ερώτημα τι είναι καλό.
Θα μπορούσε να πει κανείς, για παράδειγμα, ότι η σωματική ασθένεια είναι κάτι το φυσιολογικό, δεδομένου ότι εμφανίζεται συχνά και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ανθρώπινης κατάστασης. Το γεγονός ότι θεωρείται, ακόμα και σήμερα, ως απόκλιση από το φυσιολογικό, έχει να κάνει με την αντίληψη ότι η έννοια του φυσιολογικού αντιπροσωπεύει ένα ιδεώδες, μια ιδανική κατάσταση, και δεν συμπεριλαμβάνει συνήθως εμπειρίες που έχουν, για διάφορους λόγους, αρνητικό πρόσημο. Η υγιής κατάσταση είναι φυσιολογική στον βαθμό που είναι επιθυμητή.1 Από την άποψη αυτή οι χριστιανοί πατέρες, όταν τεκμηρίωναν θεολογικά την έννοια της φύσης, δεν έκαναν τίποτε διαφορετικό από αυτό που γίνεται ακόμη και σήμερα.
Ταύτιζαν δηλαδή το φυσιολογικό με την κατάσταση που θεωρούσαν εκείνοι ως ιδεώδη και επιθυμητή. Συνεπώς, αν ο σημερινός μελετητής θέσει εκτός του πεδίου της έρευνας για τη νόσο, την ασθένεια όπως την όριζαν οι πατέρες, ουσιαστικά δεν κάνει τίποτα παραπάνω από το να προκρίνει τα ιδεώδη της δικής του εποχής και του δικού του πολιτισμού από τα ιδεώδη της εποχής που μελετάει.
Για εμάς είναι αρκετό να παρατηρήσουμε ότι οι πατέρες του 4ου αι., όταν έκαναν λόγο για ασθένεια της ψυχής, κυριολεκτούσαν. Είναι σαφές ότι, όταν ο Ευάγριος και ο Μ. Βασίλειος έλεγαν πως η ψυχή είναι άρρωστη από τα πάθη, δεν έκαναν απλά μια παρομοίωση. Εννοούσαν ότι η ψυχή λειτουργούσε με τρόπο αντίθετο με τη φύση
της, ότι ήταν μη φυσιολογική. Και αυτό το έκαναν έχοντας ορίσει προηγουμένως ποια είναι η φύση της ψυχής και τι μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό. Συνεπώς δεν πρέπει να κρίνουμε τον Μ. Βασίλειο για τον ορισμό που έδινε στην ασθένεια και την υγεία, μπορούμε όμως να διερωτηθούμε γιατί χρησιμοποιούσε τον ιατρικό ορισμό της.
Η θεολογική διάσταση που απέδιδε στην έννοια του φυσιολογικού μοιάζει να μη συμφωνεί με την προσέγγιση της ιατρικής, την οποία επικαλείτο. Αν δούμε όμως τον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε τη φυσιολογική λειτουργία του σώματος ένας γιατρός σαν τον Γαληνό, θα διαπιστώσουμε ότι η απόσταση με την ιατρική δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο φαίνεται αρχικά
Ένα βασικό κριτήριο που χρησιμοποιούσε ο Γαληνός για να καθορίσει τον βαθμό υγείας των οργάνων του σώματος ήταν το κατά πόσο αυτά ανταποκρίνονταν στις λειτουργίες για τις οποίες ήταν προορισμένα από τη φύση τους. Υιοθετούσε δηλαδή μια τελεολογική ερμηνεία των φυσικών φαινομένων, υποστηρίζοντας ότι το σώμα έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με το λογικό σχέδιο ενός υπέρτατου όντος και η δομή των οργάνων έχει προσαρμοστεί στην >
εκπλήρωση προϋπαρχόντων σκοπών. Παραδόξως, μεταξύ αυτών των σκοπών τοποθετούσε και την αθανασία του σώματος, η οποία όμως δεν κατέστη δυνατή στην πράξη, λόγω των φθαρτών υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του.1 Επιπλέον, συνήθιζε να υποτάσσει όλες τις αναλυτικές περιγραφές των οργάνων του σώματος σε μια προσπάθεια να αποδείξει τη σοφία και την πρόνοια του Θεού-Δημιουργού.
Θεωρούσε μάλιστα το δικό του έργο ως ιερό λόγο, τον οποίο συνέθεσε ως αληθινό ύμνο προς τον Δημιουργό και ως έκφραση γνήσιας ευσέβειας.2 Αυτή η προσέγγιση έχει σταθεί αιτία για πολλές επικρίσεις εις βάρος του Γαληνού, καθώς έχει θεωρηθεί ασύμβατη με το πρότυπο του επιστήμονα γιατρού.3 Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι τέτοιες διατυπώσεις θα γίνονταν πλήρως αποδεκτές από κάθε χριστιανό.4 Από την άλλη μεριά βέβαια, ο Γαληνός ανακάλυπτε τη θεϊκή σοφία περιγράφοντας το επίγειο σώμα στην υγιή του κατάσταση, ενώ οι χριστιανοί πατέρες όριζαν την υγεία με όρο αναφοράς ένα ιδεατό σώμα. Για τους γιατρούς η υγεία δεν ήταν έννοια
υπερβατική. Πραγματωνόταν και επιδιωκόταν στην παρούσα ζωή. Το ίδιο όμως ήταν εξίσου αληθές και για τους χριστιανούς και ιδίως τους ασκητές. Η αναφορά στην παραδείσια κατάσταση του ανθρώπου δεν συνεπάγεται ότι η επίγεια ύπαρξή του οριζόταν από μόνη της ως αντίθετη με την ανθρώπινη φύση. Τόσο η ανθρώπινη ψυχή, όσο και το φθαρτό σώμα και ολόκληρος ο ορατός κόσμος, αποτελούσαν δημιουργήματα του Θεού και ως τέτοια από μόνα τους δεν μπορούσαν να αντιβαίνουν στη φύση.
Οι ασκητές πίστευαν ότι η κατάκτηση της υγείας της ψυχής ήταν εφικτή στην παρούσα ζωή και σε αυτήν την πίστη βάσιζαν όλη τους την προσπάθεια. Το γεγονός ότι θεωρούσαν την κατάσταση που επιδίωκαν ως φυσική, τους έκανε μερικές φορές να πιστεύουν ότι η επίτευξη των ασκητικών στόχων δεν αποτελούσε κάποιο σπουδαίο κατόρθωμα.
Για τον Ευάγριο, η ψυχή που έχει αρχίσει να βιώνει την απάθεια επιτρέπει τη φυσική και αβίαστη γέννηση των αρετών.1 Θεωρούσε μάλιστα ότι η αρετή για την ψυχή είναι το ίδιο φυσική όσο η τροφή ή η αναπνοή για το σώμα. Και για τον λόγο αυτό, επισήμαινε με έμφαση, δεν έπρεπε να περιμένει κανείς επιβράβευση για τις αρετές του, όπως δεν περίμενε να επιβραβευτεί επειδή έτρωγε.2 Παρομοίως, ο Αντώνιος έλεγε ότι το να τηρεί κανείς τη χριστιανική ηθική ήταν στην πραγματικότητα κάτι εύκολο, γιατί στην ουσία δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ακολουθεί την αληθινή του φύση.3
Η αλήθεια είναι ότι η κατάκτηση της απάθειας, η οποία ταυτιζόταν με την υγεία της ψυχής, δεν φαίνεται τόσο εύκολη υπόθεση. Οι ασκητές αυτό το γνώριζαν και το παραδέχονταν ανοιχτά. Όμως όσο σπάνια και δυσπρόσιτη ήταν η απόλυτη απάθεια της ψυχής, άλλο τόσο σπάνια ήταν και η απόλυτη υγεία του σώματος για τους γιατρούς. Οι αρχαίοι γιατροί αναγνώριζαν ότι η κατάσταση της υγείας είχε ποικίλους βαθμούς.
Πέρα από το πρότυπο της απόλυτης ευρωστίας του κορυφαίου αθλητή, θεωρούσαν ότι οι λειτουργίες των σωματικών οργάνων παρουσίαζαν έντονες διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο ή στο ίδιο πρόσωπο ανάλογα με την πάροδο του χρόνου.4 Με την ίδια ακριβώς λογική όριζε και ο Ευάγριος την απάθεια ως υγεία της ψυχής. Έκανε λόγο για τέλεια και ατελή απάθεια και >
αναγνώριζε ότι υπήρχαν πολλές βαθμίδες ανάμεσα στην παρουσία των παθών και την απόλυτη απάθεια που χαρακτήριζε τους αγίους και τους αγγέλους.5 Θεωρούσε ότι ήταν μια κατάσταση που παρουσίαζε διακυμάνσεις και δεν συνόδευε σταθερά όποιον την κατακτούσε μία φορά.6 Φαίνεται λοιπόν ότι η υγεία της ψυχής, όπως την καταλάβαινε ο Ευάγριος, ήταν, από πολλές απόψεις, μια έννοια κοντά στην υγεία του σώματος, όπως την κατανοούσαν οι γιατροί. Άλλωστε, η εφαρμογή του ορισμού της ασθένειας του σώματος στο πεδίο της ψυχής είχε γίνει πρώτα από τον ίδιο τον Γαληνό.
Όπως η σωματική νόσος οριζόταν ως καταστροφή μίας από τις φυσικές λειτουργίες (ενέργειες) του σώματος, τα πάθη αποτελούσαν καταστροφές των φυσικών λειτουργιών της ψυχής, και συγκεκριμένα της λογικής, που για τον Γαληνό αποτελούσε την κατεξοχήν ανθρώπινη ιδιότητα.1 Γιατροί και χριστιανοί πατέρες φαίνεται ότι μοιράζονταν μια κοινή αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι καταστάσεις της ψυχής και του σώματος μπορούσαν να οριστούν και να περιγραφούν με τον ίδιο τρόπο.
Όμως πέρα από αυτό, στον ασκητικό χώρο μπορούμε να βρούμε την πεποίθηση ότι η σχέση της ψυχής και του σώματος ήταν ουσιαστικότερη και βαθύτερη από τη σχέση της ομοιότητας. Ο Ευάγριος εμφανίζεται πεπεισμένος ότι ο βαθμός υγείας της ψυχής αντικατοπτριζόταν στην κατάσταση του σώματος.2 Υποστήριζε αφενός ότι η απόκλιση του σώματος από τη φύση του γεννούσε στην ψυχή ένα αντίστοιχο πάθος, αφετέρου ότι οι αρετές του σώματος υπηρετούσαν ως βάση για αυτές της ψυχής.3 Είναι σαφές ότι ο Ευάγριος δεν>
αντιλαμβανόταν το σώμα και την ψυχή ως δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αντιθέτως δεχόταν ότι σώμα και ψυχή ήταν στενά συνδεδεμένα με ένα σύνθετο πλέγμα σχέσεων και αλληλεπιδράσεων, το οποίο προσπαθούσε να αναδείξει στα έργα του. Θα μπορούσαμε επομένως να πούμε ότι για τον Ευάγριο η ασθένεια της ψυχής ήταν, από πολλές απόψεις, και σωματική υπόθεση.
Οι φιλοσοφικές διατυπώσεις που χρησιμοποιούσε ο Ευάγριος δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να δίνουν ένα θεωρητικό πλαίσιο σε μια πραγματικότητα με καθολική ισχύ για τους μοναχούς, το ότι δηλαδή η προσέγγιση του Θεού, και γενικότερα της πνευματικότητας, επιδιωκόταν μέσω μιας διαρκούς και έντονης ενασχόλησης με το σώμα και την ύλη.
Ο Ευάγριος εξηγούσε την ειδίκευση που αποκτούσαν οι μοναχοί πάνω στην αντιμετώπιση της ασθένειας της ψυχής, ως αποτέλεσμα μιας συστηματικής προσπάθειας να ανακαλύπτουν τις κατάλληλες ασκητικές πρακτικές για την αντιμετώπιση κάθε αμαρτωλού λογισμού.1 Ο λογισμός ανήκει στο πεδίο της ψυχής, ενώ η ασκητική πρακτική αφορά κυρίως το σώμα, και αυτό που φαίνεται να εννοούσε ο Ευάγριος είναι ότι το πάθος της ψυχής μπορούσε να αντιμετωπιστεί από την εφαρμογή μιας πρακτικής στο σώμα.
Αυτά τα δύο επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης, η ψυχή και το σώμα, αποτελούσαν το βασικό αντικείμενο μελέτης των μοναχών, πάνω στο οποίο αναπτυσσόταν η ειδικευμένη γνώση τους για την αντιμετώπιση της αμαρτίας. Έτσι το πρόβλημα της ψυχής γινόταν πρόβλημα διαχείρισης του σώματος και η εμπειρική γνώση των ασκητών επεκτεινόταν γύρω από τη λειτουργία του σώματος και τη σχέση του με την ψυχή.
A website created in the WebWave website builder. story by
Hint:
You can remove this information by activating Premium Plan