storylife
μια ερευνητική ματιά στον κόσμο της ψυχοπνευματικής πραγματικότητας
Τα δεδομένα αυτά μας υποχρεώνουν τουλάχιστον να αφήσουμε ανοιχτό το ενδεχόμενο εξοικείωσης μιας σημαντικής μερίδας μοναχών με θρησκευτικές και φιλοσοφικές έννοιες και συμμετοχής τους σε αντίστοιχες συζητήσεις.
Οι μοναχοί του 4ου αι. δεν είναι γενικά γνωστοί για τη μόρφωσή τους. Ο Αντώνιος αποτελεί την κατεξοχήν ενσάρκωση του προτύπου του αμόρφωτου σοφού, που από τη μια μεριά δεν ήξερε ελληνικά γράμματα και από την άλλη υπερίσχυε σε διαλόγους με εθνικούς φιλοσόφους.1 Υπάρχουν αρκετά σημεία στις πηγές μας, στα οποία διακρίνεται μια έντονη καχυποψία απέναντι στην κατοχή και ανάγνωση βιβλίων, συμπεριλαμβανομένων και των ιερών κειμένων.
Ένας μοναχός μπορεί να πουλούσε ένα αντίτυπο του ευαγγελίου για να μοιράσει τα χρήματα στους φτωχούς, ενώ επιφυλάξεις διατυπώνονταν ακόμα και από μορφωμένους μοναχούς, όπως ο Ευάγριος.2 Μαρτυρίες όπως οι παραπάνω, καθώς και η έκδηλη απλότητα στο περιεχόμενο των Ἀποφθεγμάτων, έχουν οδηγήσει στην εικόνα του μοναχισμού ως κινήματος αμόρφωτων χωρικών. Η παρουσία μορφωμένων μοναχών, όπως ο Ευάγριος και ο Αρσένιος, έχουν θεωρηθεί απλά εξαιρέσεις►
Η εικόνα αυτή όμως έχει αμφισβητηθεί έντονα από τη νεότερη έρευνα. Οι επιφυλάξεις που διατυπώνονταν απέναντι στη χρήση της Βίβλου πιθανότατα σχετίζονταν με τον κίνδυνο της αίρεσης.3 Στην πραγματικότητα η Βίβλος κατείχε κεντρικό ρόλο στην πνευματικότητα της ερήμου.4 Η μελέτη των Γραφών ήταν μία από τις κύριες δραστηριότητες των μοναχών, κατά την οποία προβλεπόταν ανάγνωση, αποστήθιση, στοχασμός και ερμηνεία του περιεχομένου τους.5 Υπάρχουν αρκετά στοιχεία ότι η ενασχόληση με βιβλία ήταν μέρος της καθημερινότητας πολλών μοναχών, ενώ δε λείπουν αναφορές στην παραγωγή βιβλίων.1 Επιπλέον, παπυρικά ευρήματα δείχνουν ότι κάποιοι από τους αναχωρητές διατηρούσαν αλληλογραφία με κοσμικούς ή μεταξύ τους και ότι η επιστολογραφία και η συγγραφή λόγων είχε τη θέση της στη διδασκαλία των μοναχών.
Επιστολές όπως αυτές που αποδίδονται στον Αντώνιο και τον Αμμωνά δεν φανερώνουν απουσία μόρφωσης, αλλά μάλλον εξοικείωση με βασικές φιλοσοφικές και θεολογικές έννοιες πλατωνικής και ωριγενικής προέλευσης.2 Ορισμένοι μελετητές μάλιστα έχουν συγκρίνει την πρακτική της συζήτησης και του σχολιασμού των Γραφών με αντίστοιχες πρακτικές ομάδων φιλοσόφων, οι οποίες δεν βρίσκονταν μακριά από τις εγκαταστάσεις των ασκητών.3 Οι υπάρχουσες μαρτυρίες φαίνεται να πιστοποιούν την ύπαρξη ενός κύκλου μορφωμένων και διανοούμενων μοναχών στην Αίγυπτο, ο οποίος ξεκινούσε από τον ίδιο τον Αντώνιο και τους μαθητές του, επικεντρωνόταν στις εγκαταστάσεις της Νιτρίας και της Σκήτης και έφθανε, με αδιάσπαστη συνέχεια, τουλάχιστον μέχρι τον Ευάγριο. Η μεγάλη επίδραση του Ωριγένη στον αιγυπτιακό μοναχισμό δείχνει επίσης μια πνευματική δραστηριότητα που δεν παραπέμπει σε αμόρφωτους και αγράμματους μοναχούς.4
Μας βοηθούν επίσης να θέσουμε τις εξαιρετικές περιπτώσεις μορφωμένων μοναχών, όπως ήταν ο Ευάγριος, μέσα σε ένα ευρύτερο πνευματικό πλαίσιο. Από την άλλη μεριά όμως, όσο ιστορική είναι η μόρφωση μιας μερίδας μοναχών άλλο τόσο ιστορική είναι και η γενική εικόνα της επιφύλαξης των ασκητών γύρω από αυτή. Οι μαρτυρίες που κάνουν λόγο για απόρριψη της μόρφωσης από μεγάλους πατέρες, όπως ο Αντώνιος, δεν μπορούν να αγνοηθούν ως λογοτεχνικές κατασκευές.1
Η διατύπωση επιφυλάξεων απέναντι στα βιβλία και τη μόρφωση δεν δείχνει ούτε ότι οι μοναχοί ήταν αμόρφωτοι ούτε ότι δεν διάβαζαν βιβλία. Για παράδειγμα, η κριτική ενός πνευματικού πατέρα σε έναν μοναχό για το γεγονός ότι είχε στο κελλί του μια θυρίδα γεμάτη βιβλία, το μόνο που δεν φανερώνει είναι η απουσία βιβλίων και μόρφωσης.2 Η απόρριψη της ελληνικής παιδείας δεν προερχόταν συνήθως από αμόρφωτους μοναχούς, αλλά από τους μορφωμένους, και μπορεί να θεωρηθεί, από μια άποψη, ως ένας τρόπος απάρνησης της εγκόσμιας ταυτότητάς τους.3 Κυρίως όμως ήταν ένας τρόπος για να περιγραφεί ένα νέο πρότυπο σοφίας. Η εικόνα του αμόρφωτου Αντωνίου, που δίνει ο Αθανάσιος, δεν είναι ασυμβίβαστη με την έμφαση που δίνεται στη γνώση στις επιστολές του Αντωνίου. Το αντίθετο του προτύπου του αμόρφωτου Αντωνίου δεν ήταν ο άνθρωπος της γνώσης αλλά ο άνθρωπος των γραμμάτων.4 Για την κατάκτηση της σοφίας των ασκητών τα βιβλία δεν θεωρούνταν απαραίτητα, καθώς βιβλίο μπορεί να αποτελούσε η ίδια η φύση.5 Η εγκόσμια παιδεία δεν αποτελούσε ούτε προϋπόθεση ούτε το βασικό μέσο για την απόκτηση της ασκητικής σοφίας.1
Όταν κάποιος ρώτησε κάποτε τον Αρσένιο, πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος της δικής του καλλιέργειας να συμβουλεύεται αγράμματους χωρικούς, εκείνος απάντησε ότι ένιωθε πως δεν έχει μάθει ούτε την αλφαβήτα αυτών των χωρικών.2 Σε άλλο σημείο εμφανίζεται να υποστηρίζει ότι ο ίδιος δεν είχε κανένα όφελος από την κοσμική του παιδεία, ενώ οι Αιγύπτιοι χωρικοί κατακτούσαν τις αρετές τους με σκληρή εργασία.3 Το νόημα αυτών των δηλώσεων φαίνεται σε ένα άλλο απόφθεγμα, όπου ένας γέροντας, θυμωμένος με τον εαυτό του, εμφανίζεται να ομολογεί ότι έχει αποστηθίσει δεκατέσσερα βιβλία και παρόλα αυτά ο νους του έχει καταληφθεί από έναν κακό λόγο που άκουσε.4
Η μάθηση μπορεί να ήταν κάτι καλό, όμως το ζητούμενο για τους μοναχούς ήταν ο έλεγχος του νου. Στην ασκητική ζωή μετρούσε περισσότερο η πράξη και όχι η μόρφωση και η θεωρία. Η γνώση έπρεπε να είναι θεμελιωμένη στην πράξη και να προκύπτει αβίαστα από αυτήν, διαφορετικά ήταν απατηλή και ανάξια εμπιστοσύνης.5
Η ουσία της πνευματικότητας των μοναχών βρισκόταν στον πειραματισμό και την αυτοψία, την επαλήθευση των λόγων με τα έργα, στοιχεία έκδηλα στα Ἀποφθέγματα των πατέρων. Οι σωζόμενες συλλογές Ἀποφθεγμάτων αποτελούν ακριβώς δείγματα μιας σοφίας γεννημένης από την εμπειρία και περιλαμβάνουν πρακτικές και συχνά εξατομικευμένες συμβουλές, που δίνονταν στους μοναχούς για να κατευθύνουν τις πράξεις τους.6 Αντίστοιχα, οι πολυάριθμοι κοσμικοί προσκυνητές δεν αναζητούσαν τόσο να ακούσουν από τους γέροντες το περιεχόμενο των Γραφών, όσο τη γνώση που πήγαζε από την εμπειρία τους.1
Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί ότι ακόμα και οι Γραφές αξιοποιούνταν με τρόπο που τις υπέτασσε στα ενδιαφέροντα και τα προβλήματα της ζωής στην έρημο. Η ιδιαιτερότητα της ασκητικής προσέγγισης στα ιερά κείμενα βρισκόταν στο ότι οι πατέρες των μοναχών αναζητούσαν σε αυτά απαντήσεις σε ερωτήματα που γεννιούνταν στο πλαίσιο της ασκητικής πράξης. Ήταν μια διαδικασία, κατά την οποία το βιβλικό χωρίο προσκομιζόταν για να σχολιάσει μια πραγματική εμπειρία, δίνοντας στο ίδιο το χωρίο ένα νέο και εξειδικευμένο νόημα. Με τον τρόπο αυτό η ασκητική προσέγγιση μπορεί να οδηγούσε ακόμα και σε νέες ερμηνείες των βιβλικών χωρίων.2
Σε αυτό ακριβώς το πνευματικό πλαίσιο εντάσσεται και ο Ευάγριος. Τα έργα του προϋποθέτουν το πλαίσιο πνευματικής αναζήτησης, που είχε διαμορφωθεί από τους πατέρες της ερήμου και μας είναι γνώριμο από πολλές πηγές. Σύμφωνα με τον ιστορικό Σωκράτη, ο Ευάγριος έμαθε από τους δασκάλους του στην έρημο τη φιλοσοφία των έργων, ενώ μέχρι τότε ήξερε τη φιλοσοφία των λόγων.3 Η Ἱστορία τῶν Μοναχῶν παρουσιάζει τον Ευάγριο σαν έναν σοφό και μορφωμένο άνθρωπο με ιδιαίτερη ικανότητα στη διάκριση των λογισμών, την οποία είχε αποκτήσει με την άσκηση και την εμπειρία του.4
Ο ίδιος μας πληροφορεί ότι όσα γράφει βασίζονται τόσο σε ομιλίες άλλων πατέρων όσο και στην αυτοψία που έκανε σε μερικές πράξεις τους.5 Όσες και αν ήταν οι φιλοσοφικές επιδράσεις στη σκέψη του, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληγε ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς εμπειριών και πειραματισμών. Το γεγονός ότι η γνώση που επεδίωκαν οι μοναχοί θεμελιωνόταν στην πράξη και δεν ταυτιζόταν με τη μόρφωση, έδινε σε αυτήν τη γνώση κάποια ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Όταν κάποιος μοναχός είπε στον Σισόη ότι διαβάζει τη Γραφή για να είναι σε θέση να απαντήσει όταν του έκαναν κάποια ερώτηση, εκείνος του επισήμανε πως ήταν σημαντικότερο να αποκτήσει καθαρότητα του νου, στην οποία έπρεπε να βασίζεται η ικανότητα ομιλίας.1 Ο Αντώνιος, σε μια αποστροφή του προς τους κοσμικούς φιλοσόφους, εμφανίζεται να υποστηρίζει ότι εφόσον ο νους προηγείται και είναι αίτιος των γραμμάτων, αν αυτός είναι υγιής τότε δεν έχει ανάγκη τα γράμματα.2 Στις επιστολές του Αντωνίου από την άλλη μεριά, η γνώση συνδέεται με τον καθαρμό του σώματος και της ψυχής από τα πάθη και ταυτίζεται με τη φυσική λειτουργία του ανθρώπου.3 Το ζητούμενο για τον Αντώνιο και τον Σισόη ήταν μια κατάσταση του νου που οριζόταν ως υγεία ή καθαρότητα. Αντίστοιχα, για τον Ευάγριο στόχος του ασκητή δεν ήταν η συγκέντρωση γνώσεων, η καλλιέργεια της διαλεκτικής ικανότητας του νου. Στόχος ήταν η γνώση του Θεού, αυτό που ονομάζει «θεολογία», την οποία ορίζει ως μια «κατάσταση» του νου, όχι ως ικανότητα ή δεξιότητα.4
Το βασικό αντικείμενο της γνώσης των ασκητών δεν ήταν άλλο από την ανθρώπινη ψυχή. Ο ασκητής επεδίωκε στην ησυχία της ερήμου να εξετάσει, να γνωρίσει και να βελτιώσει τον ίδιο του τον εαυτό.5 Πρόκειται για το ίδιο φαινόμενο, το οποίο έχει οριοθετήσει ο Π. Μπράουν από τις αρχές του 4ου μέχρι τις αρχές του 5ου αι. και το έχει προσδιορίσει ως τέχνη του εαυτού. Όπως υποστηρίζει ο ίδιος, ο ασκητισμός αυτής της περιόδου, εντός και εκτός Χριστιανισμού, πήρε τη μορφή σκληρής δουλειάς επάνω στον εαυτό, ενός πνευματικού αγώνα που κατέληξε σε αποτελέσματα υψηλής πνευματικής ποιότητας και ανέπτυξε μια σειρά νέων προσλήψεων πάνω στην ανθρώπινη φύση και κοινωνία,
μεγάλο μέρος των οποίων δεν είχε ερευνηθεί πρωτύτερα από τους αρχαίους.6 Στους ασκητές του 4ου αι. βλέπουμε όλα τα παραπάνω βασικά χαρακτηριστικά. Σε ένα πρώτο επίπεδο βλέπουμε την αξία του πειραματισμού και της εμπειρίας στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Σε ένα δεύτερο επίπεδο βλέπουμε μια προσπάθεια σύνθεσης αυτών των συμπερασμάτων σε ένα σώμα γνώσης. Κατά τον Π. Μπράουν, όλα τα βασικά έργα της ασκητικής γραμματείας, ακόμα και τα Ἀποφθέγματα, αποτελούν απόπειρες σύνθεσης των εμπειριών του 4ου αι., οι οποίες στην αυθεντική τους μορφή ήταν ακόμη πιο αποσπασματικές, και οι οποίες είναι πλεόν πολύ δύσκολο να εντοπιστούν.1
Η παρατήρηση αυτή, αλλά και η αποσπασματικότητα που ούτως ή άλλως παρουσιάζει η διδασκαλία των πατέρων της ερήμου στα σωζόμενα έργα, μας υποχρεώνει να αναγνωρίσουμε την πολυμορφία της ασκητικής γνώσης. Θα ήταν μάλλον πιο κοντά στην πραγματικότητα να κάνουμε λόγο για γνώσεις, προσεγγίσεις και απόψεις των μοναχών παρά για μία ενιαία γνώση. Ο όρος «γνώση των ασκητών» χρησιμοποιείται σε αυτήν την εργασία συμβατικά για λόγους οικονομίας. Η ιδιαίτερη συμβολή των μορφωμένων ασκητών, ιδίως του Ευάγριου, για τον οποίο έχουμε περισσότερα στοιχεία, ήταν ότι ασχολήθηκαν συστηματικά με τη συγκέντρωση, τη συστηματοποίηση και τη θεωρητικοποίηση των συμπερασμάτων που προέκυπταν από την ασκητική ζωή στην έρημο.2 Επιπλέον, μέσα στο πλαίσιο αυτής της θεωρητικής επεξεργασίας, φρόντισαν να συμπληρώσουν τη σοφία της ερήμου με στοιχεία από άλλες περιοχές γνώσης, όπως η ελληνική φιλοσοφία και η ιατρική. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της πνευματικής διαδικασίας ήταν ένα σύνολο προσεγγίσεων που λάμβανε τον χαρακτήρα μιας «επιστήμης».
A website created in the WebWave website builder. story by
Hint:
You can remove this information by activating Premium Plan